Archive for Μαρτίου 2010

New Season: Spring

Μαρτίου 24, 2010

Τις προάλλες ανακάλυψα ότι υπάρχουν σημειωματάρια με κίτρινο χαρτί αντί για άσπρο. Πόσο γαμάτο είναι αυτό? Μου έρχονται διάφοροι συνειρμοί με το κίτρινο χρώμα: post-it, σεναριογράφος, ντετέκτιβ, κάποιο κομμάτι χαρτί ξεχασμένο στη χαραμάδα του καναπέ, βιαστικό σημείωμα στο συγκάτοικο, χαρτί για ψώνια, ΑΕΚ, και δε συμμαζεύεται. Αρχίζω να πείθω τον εαυτό μου ότι αν αρχίζω να γράφω πάλι στο χαρτί, το κίτρινο αυτή τη φορά, η έμπνευσή μου θα επιστρέψει. Και για να είμαι ειλικρινής δε θα ήταν καθόλου άσχημο αυτό.

Τώρα που έχω πλέον το δικό μου χώρο, αρχίζω και βρίσκω τον εαυτό μου. Αυτό που στην αρχή φυτοζωούσε το σπίτι της οικογένειάς μου, είναι έτοιμο να ξεχυθεί στους τοίχους του δικού μου, με φωτογραφίες, κολλάζ, γκράφιτι και σκόρπιες ιδέες σε κίτρινο χαρτί. Το μόνο που μου λείπει είναι μια κάμερα και καμιά δεκαριά ψώνια να κάνουμε ταινία. Αλλά που θα πάει, θα γίνει κι αυτό.

Μήπως όμως αυτό έχει να κάνει και με τον ερχομό της άνοιξης? Πολύ πιθανόν.

Τέρμα το πάπλωμα, ζήτω η λεπτή κουβέρτα!
Τέρμα το πουλόβερ, ζήτω το φούτερ!
Τέρμα η βροχή, ζήτω η λιακάδα!
Τέρμα το κρύο, ζήτω η ζέστη!
Τέρμα το βουνό, ζήτω η θάλασσα!
Τέρμα τα κεφάλια μέσα, ζήτω το διάλλειμα!
Τέρμα τα studio, ζήτω οι πρόβες!
Τέρμα οι πρόβες, ζήτω οι παραστάσεις!

Και πάει λέγοντας…

Σ.

Picture by Rebecca Guay

Το φιλμ νουάρ

Μαρτίου 9, 2010

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Στάθη Βαλούκου «Ιστορία του Κινηματογράφου.»

Στα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, πρωτοεμφανίστηκε στον αμερικανικό κινηματογράφο ένα χαρακτηριστικό ύφος αστυνομικών και γανγκστερικών ταινιών. Το νέο ύφος ονομάστηκε φιλμ νουάρ, προφανώς λόγω των ομοιοτήτων που διαπιστώθηκαν ανάμεσα στις ταινίες και ορισμένα μυθιστορήματα δημοσιευμένα στα λαϊκά αστυνομικά περιοδικά (pulp magazines) της δεκαετίας του ’30. Αυτά τα μυθιστορήματα είχαν μεταφραστεί και αναδημοσιευτεί σε μια αντίστοιχη σειρά γαλλικών περιοδικών με υπό τον γενικό τίτρλο «Μαύρη σειρά» (Serie noire). Όταν μετά τον πόλεμο, οι γάλλοι κριτικοί, βλέποντας συγκεντρωτικά όλες τις αμερικανικές ταινίες που είχαν χάσει λόγω των εχθροπραξιών, διαπίστωσαν την ύπαρξη σ’αυτές ενός ενιαίου ύφους, αναζητώντας μια κατάλληλη ονομασία για να το προσδιορίσουν, κατέληξαν στον όρο «φιλμ νουάρ.»

Ο όρος καθιερώθηκε από την ευρωπαϊκή κριτική, αλλά στην Αμερική ακούστηκε πρώτη φορά το 1955, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο των Remon Bord και Etien Someton Πανόραμα του αμερικανικού φιλμ νουάρ, κι έγινε οριστικά αποδεκτός στα τέλη της δεκαετίς του ’60, όταν ένα μέρος της αστυνομικής λογοτεχνίας αναβαθμίστηκε στη συνείδηση του κοινού και αναθεωρήθηκε η αξία συγγραφέων όπως ο Raymond Chandler και ο Dasiel Hammet, οι οποίοι ανυψώθηκαν από το ταπεινό σκαλί του συγγραφέα παραλογοτεχνίας στο επίπεδο του λογοτέχνη.

1. Το στιλ νουάρ
Τέσσερα είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία που προσδιορίζουν αυτό το ξεχωριστό ύφος ταινιών: η αισθητική της εικόνας, οι χαρακτήρες των ηρώων, η τεχνική της αφήγησης και η ιδιαίτερη σημασία των ήχων.
Το πρώτο χαρακτηριστικό, η αισθητική της εικόνας (οπτική φόρμα), επηρεάστηκε από δύο τελείως διαφορετικές μεταξύ τους υφολογικές σχολές: πρωτίστως από τον εξπρεσιονισμό και σε αρκετά μικρότερο βαθμό από το νεορεαλισμό. Στην πρώτη περίοδο του νουάρ (δεκαετία ’40), ο εξπρεσιονισμός που ήρθε στο Hollywood μαζί με τους ευρωπαίους σκηνοθέτες, κυρίως τους γερμανούς πρόσφυγες Fritz Lang, Max Ofils, Billy Wilder, Robert Siodmak, William Dieterle, Otto Preminger και άλλους, επέδρασε και συνέβαλε στην τελειοποίηση της χαρακτηριστικής φόρμας τους νουάρ. Η επίδραση δεν συνίσταται απλώς στα έντονα κοντράστ της φωτογραφίας, αλλά σε ολόκληρη την αισθητική κληρονομιά του γερμανική εξπρεσιονισμού (παραμόρφωση εικόνας, απροσδόκητες γωνίες λήψης, καθρεπτίσματα, λοξά καδραρίσματα, κλειστοφοβικές συνθέσεις κάδρου κλπ). Το δεύτερο κίνημα που επέδρασε, ήταν ο ιταλικός νεορεαλισμός ο οποίος εμφανίστηκες μετά τον πόλεμο και επηρέασε αργότερα το φιλμ νουάρ (στις αρχές της δεκαετίς του ’50), κυρίως λόγω της οικονομικής κρίσης που επέφερε η εμφάνιση της τηλεόρασης. Τα γυρίσματα σε φυσικά ντεκόρ, ένα πιο ευλύγιστο ντεκουπάζ, η «φλατ» εικόνα, οι περιορισμένοι προϋπολογισμοί και η χρήση σχετικά αγνώστων ηθοποιών αποτελούν το σημαντικότερο μέρος της ιταλικής υφολογικής κληρονομιάς. Το νουάρ υλοποίησε τις παραπάνω παραδοχές στο χώρο της αισθητικής και, προσθέτοντας τις αμερικανικές κατακτήσεις της σκηνοθεσίας σε «βάθος πεδίου», δημιούργησε μια θαυμαστή ενότητα οπτικής φόρμας.

Το δεύτερο σταθερό σημείο του νουάρ είναι η ψυχολογία. Ακριβέστερα, η ψυχοσύνθεση των ηρώων του. Αν θελήσουμε να σκιαγραφήσουμε έναν τέτοιο ήρωα (χαρακτήρα), θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στην περιγραφή μας δύο στοιχεία: τη βαριά μοίρα που τον συνθλίβει, και (απόρροια του πρώτου) την απελπισία, την υπαρξιακή αγωνία που τον διακατέχει, την προσδοκία του μοιραίου που παίρνει τη μορφή της απόγνωσης. Πράγματι, από τους καταπιεσμένους βετεράνους του πολέμου (Άνθρωποι του αίματος, Γαλάζια ντάλια) ως τις ψυχωτικές φιγούρες (Διπλό αίνιγμα, Σκοτεινό παρελθόν, Άνθρωπος στην παγίδα), από τους καταπιεσμένους μικροαστούς που κάνουν την επανάστασή τους (Η σκύλα, Η γυναίκα της βιτρίνας, Η λεωφόρος της Δύσεως0 μέχρι τους ντετέκτιβ που διερευνούν μυστηριώδεις υποθέσεις (Με διπλή ταυτότητα, Διπλό αίνιγμα), κι από τα καταστροφικά προφίλ γυναικών (Το γεράκι της Μάλτας, Η μεγάλη κάψα, Ηγυναίκα της βιτρίνας, Τζίλντα, Η Λεωφόρος της Δύσεως), μέχρι τους ψυχρούς εκτελεστές (Οι δολοφόνοι), όλες αυτές οι απελπισμένες και μοναχικές φιγούρες που πρωταγωνιστούν στις ταινίες, προσπαθούν κυρίως για ένα πράγμα: να ξεφύγουν απ’τη μοίρα που σφραγίζει το προσωπικό τους δράμα.

Τρίτο χαρακτηριστικό είναι η εξαιρετικά τομηρή για τα μέτρα της εποχής ασυνεχής και όχι σπάνια σπασμωδική τεχνική της αφήγησης, με κύρια χαρακτηριστικά το φλασμπάκ και την αφήγηση off. Στην αρχή της ταινίας του Robert Siodmak Οι δολοφόνοι (1946), ένας άντρας περιμένει καρτερικά να τον σκοτώσουν δύο πληρωμένοι δολοφόνοι, κάτι που δεν αργεί να συμβεί. Η υπόλοιπη ταινία, μέσα από τις έρευνες ενός πράκτορα ασφαλιστικής εταιρίας, είναι ένα μεγάλο φλασμπάκ που μας οδηγεί ξανά στην αρχή της. Αυτή η τεχνική του φλασμπάκ αποτελεί τον άξονα σε πολλές σημαντικές ταινίες, οι πιο τολμηρές από τις οποίες αρχίζουν με λόγια ανθρώπων που έχουν δολοφονηθεί πριν ξεκινήσει η αφήγηση της ταινίας (Η Λεωφόρος της Δύσεως, Λάουρα), φανερώνοντας έτσι τις στενές σχέσεις των σεναρίων με τις λογοτεχνικές αφηγήσεις των pulp magazines. Αλλά και η αφήγηση off είναι πολλαπλώς παρούσα και συνοδεύει το θεατή στο υπόγειο ταξίδι του προς τις ψυχές των ηρώων. Ο Ντικ Πάουελ στο Αντίο, ωραία μου του Edward Dmytryk ο Fred McMurray στο Με διπλή ταυτότητα του Billy Wilder, ο John Garlfield στο Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές του Tey Garnettτ, ο Orson Welles στην Κυρία από τη Σανγκάη, μας μιλούν off για τις περιπέτειές τους, ενώ την ίδια ώρα, τα υποβλητικά μουσικά μοτίβα του Franz Waxman, του Max Steiner ή του Miklos Rosza δημιουργούν μια ατμόσφαιρα γεμάτη ένταση.

Η ηχητική μπάντα είναι ο τελευταίος από τους σταθερούς παράγοντες του ύφους και παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Εκτός από την υποβλητική μουσική που προαναφέραμε, και οι ήχοι έχουν πρωτεύουσα σημασία στο νουάρ: ψεύτικοι λυγμοί σατανικών γυναικών, κλαψουρίσματα δειλών ανδρών, ψυχρές φωνές στις τηλεφωνικές γραμμές, στριγκλίσματα φρένων στους δρόμους, κομμένες ανάσες και λαχανιάσματα κυνηγημένων ανθρώπων, υστερικά ξεσπάσματα οργής, κλάματα, ποτήρια που σπάνε, νευτικοί χτύποι στα πεζοδρόμια γυναικείων τακουνιών, πόρτες που τρίζουν, σφυρίγματα τρένων, ήχοι μηχανών αυτοκινήτων που δεν παίρνουν μπρος, βόγκοι χτυπημένων, υπόκωφοι κρότοι πυροβολισμών, ρόγχοι ετοιμοθανάτων. Ασφαλώς, δεν υπάρχει άλλο είδος ταινιών που να αποκαθιστά στενότερη σχέση εικόνας-ήχου στην αναπαραστατική δημιουργία του κόσμου.

ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ: 2. Η σημασία της μοιραίας γυναίκας. 3. Ο ντετέκτιβ και το έγκλημα.

Όποιος βιάζεται (να βγάλει συμπεράσματα) σκοντάφτει.

Μαρτίου 2, 2010

Αυτό που κάνει το ραδιόφωνο ένα επιτυχημένο μέσον είναι η μοναδική δυνατότητα που διαθέτει, να δημιουργεί μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα, ανάλογα την ώρα της ημέρας, τη θερμοκρασία, τη φωτεινότητα και την τοποθεσία. Αν ακούσεις το ίδιο τραγούδι σε διαφορετικό μέρος, την ίδια ώρα, δεν θα σου κάνει την ίδια αίσθηση. Σε αυτό φυσικά παίζει ρόλο και η ψυχολογία σου ως ακροατή, το πόσα ρούχα φοράς καθώς και το αν είσαι μόνος σου ή με παρέα.
Συγκεκριμένα για την επίδραση ενός «ίδιου» τραγουδιού σε καπνιστές και μη, δεν έχουν γίνει έρευνες, αλλά όσο περνάει ο καιρός το ψάχνουμε. Now, let’s talk about facts:

Φάκτ πρώτο: Έχω να καπνίσω από τις 15 Φεβρουαρίου. WOW. Μπορεί κάποιος να μου δώσει χρυσό κλειδί της πόλης, please? Πιστεύω πως το αξίζω.

Φάκτ δεύτερο: Επιτέλους, διαμέρισμα! Βρήκα ένα μικρό ισόγειο πραγματάκι, με μερικά επιπλάκια και ένα ημίδιπλο κρεβάτι για γουρουνιές (άντε και για ύπνο.) Τοποθεσία: Κάργα Κέντρο. Τιμή ενοικίου: 200ε. ΝΑΙ ΡΕ!!! Διακόσια ευρώ!
Η απόκτηση του εν λόγω σημαίνει αυτομάτως ένα-δυο πραγματάκια όπως:
-Επιστροφή στο Couchsurfing *YEAH BABY*
-Μια γάτα *NIAOY BABY*
-Όποιος θέλει έρχεται όποτε θέλει. Οι κλέφτες και οι μάνα μου εξαιρούνται.

Φάκτ τρίτο: Με ταλαιπωρεί το γυναικείο φύλο. Γενικά. Αόριστα. Τόσο μεγάλο το βάρος της ταλαιπωρίας που κλαίω από χαρά. Ειδικά τις μέρες που έχει λιακάδα…