Archive for the ‘1’ Category

New Season: Spring

Μαρτίου 24, 2010

Τις προάλλες ανακάλυψα ότι υπάρχουν σημειωματάρια με κίτρινο χαρτί αντί για άσπρο. Πόσο γαμάτο είναι αυτό? Μου έρχονται διάφοροι συνειρμοί με το κίτρινο χρώμα: post-it, σεναριογράφος, ντετέκτιβ, κάποιο κομμάτι χαρτί ξεχασμένο στη χαραμάδα του καναπέ, βιαστικό σημείωμα στο συγκάτοικο, χαρτί για ψώνια, ΑΕΚ, και δε συμμαζεύεται. Αρχίζω να πείθω τον εαυτό μου ότι αν αρχίζω να γράφω πάλι στο χαρτί, το κίτρινο αυτή τη φορά, η έμπνευσή μου θα επιστρέψει. Και για να είμαι ειλικρινής δε θα ήταν καθόλου άσχημο αυτό.

Τώρα που έχω πλέον το δικό μου χώρο, αρχίζω και βρίσκω τον εαυτό μου. Αυτό που στην αρχή φυτοζωούσε το σπίτι της οικογένειάς μου, είναι έτοιμο να ξεχυθεί στους τοίχους του δικού μου, με φωτογραφίες, κολλάζ, γκράφιτι και σκόρπιες ιδέες σε κίτρινο χαρτί. Το μόνο που μου λείπει είναι μια κάμερα και καμιά δεκαριά ψώνια να κάνουμε ταινία. Αλλά που θα πάει, θα γίνει κι αυτό.

Μήπως όμως αυτό έχει να κάνει και με τον ερχομό της άνοιξης? Πολύ πιθανόν.

Τέρμα το πάπλωμα, ζήτω η λεπτή κουβέρτα!
Τέρμα το πουλόβερ, ζήτω το φούτερ!
Τέρμα η βροχή, ζήτω η λιακάδα!
Τέρμα το κρύο, ζήτω η ζέστη!
Τέρμα το βουνό, ζήτω η θάλασσα!
Τέρμα τα κεφάλια μέσα, ζήτω το διάλλειμα!
Τέρμα τα studio, ζήτω οι πρόβες!
Τέρμα οι πρόβες, ζήτω οι παραστάσεις!

Και πάει λέγοντας…

Σ.

Picture by Rebecca Guay
Advertisements

Το φιλμ νουάρ

Μαρτίου 9, 2010

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Στάθη Βαλούκου «Ιστορία του Κινηματογράφου.»

Στα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, πρωτοεμφανίστηκε στον αμερικανικό κινηματογράφο ένα χαρακτηριστικό ύφος αστυνομικών και γανγκστερικών ταινιών. Το νέο ύφος ονομάστηκε φιλμ νουάρ, προφανώς λόγω των ομοιοτήτων που διαπιστώθηκαν ανάμεσα στις ταινίες και ορισμένα μυθιστορήματα δημοσιευμένα στα λαϊκά αστυνομικά περιοδικά (pulp magazines) της δεκαετίας του ’30. Αυτά τα μυθιστορήματα είχαν μεταφραστεί και αναδημοσιευτεί σε μια αντίστοιχη σειρά γαλλικών περιοδικών με υπό τον γενικό τίτρλο «Μαύρη σειρά» (Serie noire). Όταν μετά τον πόλεμο, οι γάλλοι κριτικοί, βλέποντας συγκεντρωτικά όλες τις αμερικανικές ταινίες που είχαν χάσει λόγω των εχθροπραξιών, διαπίστωσαν την ύπαρξη σ’αυτές ενός ενιαίου ύφους, αναζητώντας μια κατάλληλη ονομασία για να το προσδιορίσουν, κατέληξαν στον όρο «φιλμ νουάρ.»

Ο όρος καθιερώθηκε από την ευρωπαϊκή κριτική, αλλά στην Αμερική ακούστηκε πρώτη φορά το 1955, όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο των Remon Bord και Etien Someton Πανόραμα του αμερικανικού φιλμ νουάρ, κι έγινε οριστικά αποδεκτός στα τέλη της δεκαετίς του ’60, όταν ένα μέρος της αστυνομικής λογοτεχνίας αναβαθμίστηκε στη συνείδηση του κοινού και αναθεωρήθηκε η αξία συγγραφέων όπως ο Raymond Chandler και ο Dasiel Hammet, οι οποίοι ανυψώθηκαν από το ταπεινό σκαλί του συγγραφέα παραλογοτεχνίας στο επίπεδο του λογοτέχνη.

1. Το στιλ νουάρ
Τέσσερα είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία που προσδιορίζουν αυτό το ξεχωριστό ύφος ταινιών: η αισθητική της εικόνας, οι χαρακτήρες των ηρώων, η τεχνική της αφήγησης και η ιδιαίτερη σημασία των ήχων.
Το πρώτο χαρακτηριστικό, η αισθητική της εικόνας (οπτική φόρμα), επηρεάστηκε από δύο τελείως διαφορετικές μεταξύ τους υφολογικές σχολές: πρωτίστως από τον εξπρεσιονισμό και σε αρκετά μικρότερο βαθμό από το νεορεαλισμό. Στην πρώτη περίοδο του νουάρ (δεκαετία ’40), ο εξπρεσιονισμός που ήρθε στο Hollywood μαζί με τους ευρωπαίους σκηνοθέτες, κυρίως τους γερμανούς πρόσφυγες Fritz Lang, Max Ofils, Billy Wilder, Robert Siodmak, William Dieterle, Otto Preminger και άλλους, επέδρασε και συνέβαλε στην τελειοποίηση της χαρακτηριστικής φόρμας τους νουάρ. Η επίδραση δεν συνίσταται απλώς στα έντονα κοντράστ της φωτογραφίας, αλλά σε ολόκληρη την αισθητική κληρονομιά του γερμανική εξπρεσιονισμού (παραμόρφωση εικόνας, απροσδόκητες γωνίες λήψης, καθρεπτίσματα, λοξά καδραρίσματα, κλειστοφοβικές συνθέσεις κάδρου κλπ). Το δεύτερο κίνημα που επέδρασε, ήταν ο ιταλικός νεορεαλισμός ο οποίος εμφανίστηκες μετά τον πόλεμο και επηρέασε αργότερα το φιλμ νουάρ (στις αρχές της δεκαετίς του ’50), κυρίως λόγω της οικονομικής κρίσης που επέφερε η εμφάνιση της τηλεόρασης. Τα γυρίσματα σε φυσικά ντεκόρ, ένα πιο ευλύγιστο ντεκουπάζ, η «φλατ» εικόνα, οι περιορισμένοι προϋπολογισμοί και η χρήση σχετικά αγνώστων ηθοποιών αποτελούν το σημαντικότερο μέρος της ιταλικής υφολογικής κληρονομιάς. Το νουάρ υλοποίησε τις παραπάνω παραδοχές στο χώρο της αισθητικής και, προσθέτοντας τις αμερικανικές κατακτήσεις της σκηνοθεσίας σε «βάθος πεδίου», δημιούργησε μια θαυμαστή ενότητα οπτικής φόρμας.

Το δεύτερο σταθερό σημείο του νουάρ είναι η ψυχολογία. Ακριβέστερα, η ψυχοσύνθεση των ηρώων του. Αν θελήσουμε να σκιαγραφήσουμε έναν τέτοιο ήρωα (χαρακτήρα), θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στην περιγραφή μας δύο στοιχεία: τη βαριά μοίρα που τον συνθλίβει, και (απόρροια του πρώτου) την απελπισία, την υπαρξιακή αγωνία που τον διακατέχει, την προσδοκία του μοιραίου που παίρνει τη μορφή της απόγνωσης. Πράγματι, από τους καταπιεσμένους βετεράνους του πολέμου (Άνθρωποι του αίματος, Γαλάζια ντάλια) ως τις ψυχωτικές φιγούρες (Διπλό αίνιγμα, Σκοτεινό παρελθόν, Άνθρωπος στην παγίδα), από τους καταπιεσμένους μικροαστούς που κάνουν την επανάστασή τους (Η σκύλα, Η γυναίκα της βιτρίνας, Η λεωφόρος της Δύσεως0 μέχρι τους ντετέκτιβ που διερευνούν μυστηριώδεις υποθέσεις (Με διπλή ταυτότητα, Διπλό αίνιγμα), κι από τα καταστροφικά προφίλ γυναικών (Το γεράκι της Μάλτας, Η μεγάλη κάψα, Ηγυναίκα της βιτρίνας, Τζίλντα, Η Λεωφόρος της Δύσεως), μέχρι τους ψυχρούς εκτελεστές (Οι δολοφόνοι), όλες αυτές οι απελπισμένες και μοναχικές φιγούρες που πρωταγωνιστούν στις ταινίες, προσπαθούν κυρίως για ένα πράγμα: να ξεφύγουν απ’τη μοίρα που σφραγίζει το προσωπικό τους δράμα.

Τρίτο χαρακτηριστικό είναι η εξαιρετικά τομηρή για τα μέτρα της εποχής ασυνεχής και όχι σπάνια σπασμωδική τεχνική της αφήγησης, με κύρια χαρακτηριστικά το φλασμπάκ και την αφήγηση off. Στην αρχή της ταινίας του Robert Siodmak Οι δολοφόνοι (1946), ένας άντρας περιμένει καρτερικά να τον σκοτώσουν δύο πληρωμένοι δολοφόνοι, κάτι που δεν αργεί να συμβεί. Η υπόλοιπη ταινία, μέσα από τις έρευνες ενός πράκτορα ασφαλιστικής εταιρίας, είναι ένα μεγάλο φλασμπάκ που μας οδηγεί ξανά στην αρχή της. Αυτή η τεχνική του φλασμπάκ αποτελεί τον άξονα σε πολλές σημαντικές ταινίες, οι πιο τολμηρές από τις οποίες αρχίζουν με λόγια ανθρώπων που έχουν δολοφονηθεί πριν ξεκινήσει η αφήγηση της ταινίας (Η Λεωφόρος της Δύσεως, Λάουρα), φανερώνοντας έτσι τις στενές σχέσεις των σεναρίων με τις λογοτεχνικές αφηγήσεις των pulp magazines. Αλλά και η αφήγηση off είναι πολλαπλώς παρούσα και συνοδεύει το θεατή στο υπόγειο ταξίδι του προς τις ψυχές των ηρώων. Ο Ντικ Πάουελ στο Αντίο, ωραία μου του Edward Dmytryk ο Fred McMurray στο Με διπλή ταυτότητα του Billy Wilder, ο John Garlfield στο Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές του Tey Garnettτ, ο Orson Welles στην Κυρία από τη Σανγκάη, μας μιλούν off για τις περιπέτειές τους, ενώ την ίδια ώρα, τα υποβλητικά μουσικά μοτίβα του Franz Waxman, του Max Steiner ή του Miklos Rosza δημιουργούν μια ατμόσφαιρα γεμάτη ένταση.

Η ηχητική μπάντα είναι ο τελευταίος από τους σταθερούς παράγοντες του ύφους και παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Εκτός από την υποβλητική μουσική που προαναφέραμε, και οι ήχοι έχουν πρωτεύουσα σημασία στο νουάρ: ψεύτικοι λυγμοί σατανικών γυναικών, κλαψουρίσματα δειλών ανδρών, ψυχρές φωνές στις τηλεφωνικές γραμμές, στριγκλίσματα φρένων στους δρόμους, κομμένες ανάσες και λαχανιάσματα κυνηγημένων ανθρώπων, υστερικά ξεσπάσματα οργής, κλάματα, ποτήρια που σπάνε, νευτικοί χτύποι στα πεζοδρόμια γυναικείων τακουνιών, πόρτες που τρίζουν, σφυρίγματα τρένων, ήχοι μηχανών αυτοκινήτων που δεν παίρνουν μπρος, βόγκοι χτυπημένων, υπόκωφοι κρότοι πυροβολισμών, ρόγχοι ετοιμοθανάτων. Ασφαλώς, δεν υπάρχει άλλο είδος ταινιών που να αποκαθιστά στενότερη σχέση εικόνας-ήχου στην αναπαραστατική δημιουργία του κόσμου.

ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ: 2. Η σημασία της μοιραίας γυναίκας. 3. Ο ντετέκτιβ και το έγκλημα.

Όποιος βιάζεται (να βγάλει συμπεράσματα) σκοντάφτει.

Μαρτίου 2, 2010

Αυτό που κάνει το ραδιόφωνο ένα επιτυχημένο μέσον είναι η μοναδική δυνατότητα που διαθέτει, να δημιουργεί μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα, ανάλογα την ώρα της ημέρας, τη θερμοκρασία, τη φωτεινότητα και την τοποθεσία. Αν ακούσεις το ίδιο τραγούδι σε διαφορετικό μέρος, την ίδια ώρα, δεν θα σου κάνει την ίδια αίσθηση. Σε αυτό φυσικά παίζει ρόλο και η ψυχολογία σου ως ακροατή, το πόσα ρούχα φοράς καθώς και το αν είσαι μόνος σου ή με παρέα.
Συγκεκριμένα για την επίδραση ενός «ίδιου» τραγουδιού σε καπνιστές και μη, δεν έχουν γίνει έρευνες, αλλά όσο περνάει ο καιρός το ψάχνουμε. Now, let’s talk about facts:

Φάκτ πρώτο: Έχω να καπνίσω από τις 15 Φεβρουαρίου. WOW. Μπορεί κάποιος να μου δώσει χρυσό κλειδί της πόλης, please? Πιστεύω πως το αξίζω.

Φάκτ δεύτερο: Επιτέλους, διαμέρισμα! Βρήκα ένα μικρό ισόγειο πραγματάκι, με μερικά επιπλάκια και ένα ημίδιπλο κρεβάτι για γουρουνιές (άντε και για ύπνο.) Τοποθεσία: Κάργα Κέντρο. Τιμή ενοικίου: 200ε. ΝΑΙ ΡΕ!!! Διακόσια ευρώ!
Η απόκτηση του εν λόγω σημαίνει αυτομάτως ένα-δυο πραγματάκια όπως:
-Επιστροφή στο Couchsurfing *YEAH BABY*
-Μια γάτα *NIAOY BABY*
-Όποιος θέλει έρχεται όποτε θέλει. Οι κλέφτες και οι μάνα μου εξαιρούνται.

Φάκτ τρίτο: Με ταλαιπωρεί το γυναικείο φύλο. Γενικά. Αόριστα. Τόσο μεγάλο το βάρος της ταλαιπωρίας που κλαίω από χαρά. Ειδικά τις μέρες που έχει λιακάδα…

31 Ιανουαρίου 2009, 22:55

Φεβρουαρίου 10, 2010

Είσαι στο bar της γωνίας. Μπαίνει. Έχεις πάψει να πιστεύεις οτι ένας άνθρωπος μπορεί να φωτίσει το χώρο που βρίσκεσαι μόνο με την παρουσία του.
Έχεις πείσει τον εαυτό σου πως τέτοια πράγματα γίνονται πλέον μόνο στο μυαλό σου, πως είναι απλές αυταπάτες. Κι όμως. Συμβαίνει.
Και πάνω που προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου για το αντίθετο, γουστάρεις.
Σε φτιάχνει το γεγονός οτι η φαντασία σου λειτουργεί ακόμη.

Την κοιτάς. Σε κοιτάζει και κείνη. Με το λόγο αποφαστιτικότητας και αλκοόλ να μικραίνει επικίνδυνα, της μιλάς. Λόγια του αέρα. Πρωτόκολλο. Σάλια.
Προσπαθείς να εντυπωθείς στη μνήμη του άλλου. Όχι μόνο σαν εικόνα αλλά και σαν τρόπος σκέψης. Το καταφέρνεις (?)
Έχεις αγνοήσει όμως την άλλη πλευρά διότι αρκέστηκες στο γεγονός οτι με το που μπήκε φώτισε ο τόπος. Κακός παίχτης…

Κι άλλο αλκοόλ. Και καλά η λύση στο πρόβλημα όρασης που έχεις.
«Και τι άλλα?»
Τα σκάτωσες και τώρα πρέπει με χίλιες δυο «καλωσύνες» να αναπλάσεις τη χαμένη αρχική εντύπωση. Έλα όμως που η αλητεία δεν κρύβεται! Και καλά κάνει στην τελική.
Κυκλοφορεί μέρα-μεσημέρι στην πλατεία του χωριού με το μποξεράκι και δίπατα άρβυλα με σκισμένες μύτες. Τα σέρνει κι όλας για να κάνει θόρυβο περπατώντας.
Προτιμώτερο από το να κρέμεσαι πάνω σε άλλους, να μην πατάς στη Γη.
Το σιωπηλό βάδισμα πάντα δήλωνε ανασφάλεια.
Πόσο μάλλον το ανύπαρκτο.

Σ.

Μια φορά κι έναν καιρό…

Δεκέμβριος 18, 2009

Σήμερα μου ζήτησαν να γράψω ένα παραμύθι για παιδιά.

Τι ξέρω εγώ από παιδιά?
Σάμπως ξέρω τίποτα από παραμύθια?

Το αστείο της όλης ιστορίας είναι (όπως όλοι λίγο-πολύ) έχω πει αρκετά «μη αληθή» πράγματα στη ζωή μου. Και μάλιστα ήμουν/είμαι καλός σε αυτό. Αλλά συνήθως δεν υπάρχει κάποιο «ηθικό» δίδαγμα, κάποια παραβολή πέρα από το προφανές. Πως χωρίς παραμύθια γινόμαστε απλοί, κοινοί ψεύτες.

Πως γράφεις ένα παραμύθι? Υποθέτω πως πρέπει να ανοίξεις καλά καλά την καρδιά σου, να κοιτάξεις μπόλικη ώρα στον καθρέφτη σου, για να δεις αν έχει απομείνει κάτι από το παιδί που κρύβεις μέσα σου. Αυτό το παιδί που κρύβεις μέσα σου μάλλον θα πρέπει να μπει σε μια διαδικασία πρωτόγονης αντίληψης των πραγμάτων, μέσα από ήχους, μυρωδιές, χρώματα, και υφές. Ναι… υφές…

Παίρνεις όλο αυτό το συνοθήλευμα, το στραγγίζεις, και αυτό που μένει είναι αυτό που θα ήθελες να ακούσεις αν ήσουν πάλι παιδί.  Παίρνουμε τα παθήματά μας και τα γυρνάμε από την ανάποδη, τα δίνουμε στα παιδιά μας με τη μορφή αξιών και ελπίζουμε αυτό να πιάσει για να μην πάθουν και κείνα τα ίδια. Ίσως πέφτω παντελώς έξω.

Θα δείξει. Το σίγουρο είναι πως δε θα με χαλούσε καθόλου να μπω σε αυτή τη διαδικασία. Έχω καιρό να με ψάξω, και όσο πιο διεξοδικά γίνει αυτό, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να δω τα σημεία εκείνα της ζωής μου στα οποία η φάση πραγματικά γαμήθηκε, και να τα γυρίσω από την ανάποδη να δω τι θα βγει.

Σ.

Χύμα (ούτε φωτογραφία)

Νοέμβριος 15, 2009

Είναι εξασφαλισμένο ότι το συγκεκριμένο κείμενο θα το διαβάσουν λίγοι. Ευτυχώς έχω να γράψω αρκετό καιρό και αυτό γιατί δεν έβρισκα νόημα σε αυτό που έκανα. Τώρα που το «ξαναβρήκα» είπα να πω και ένα ψέμα παραπάνω. Μισώ το δυτικό κόσμο. Μισώ το δυτικό τρόπο ζωής. Μισώ το γεγονός ότι έχω αρχίσει και γίνομαι μέρος αυτού του άθλιου στην κυριολεξία πολτού από απληστία ματαιοδοξία και γαμώ την πουτάνα μου μέσα. Έχω μια καλοκλεμένη ατάκα για το οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μου και όπως κάθε ψεύτης που σέβεται τον εαυτό του, την οικειοποιούμαι. Ξέρετε από πού άρχισαν όλα? Πριν 2 περίπου μήνες χτύπησα με το σκούτερ. Ήμουν εγώ κι η Μαιρούλα, μια φίλη. Η Μαιρούλα έσπασε τη λεκάνη και το αριστερό της ισχίο. Εγώ δεν έπαθα τίποτα. Απολύτως. Εγώ, που από τις 3 την παρακαλούσα να φύγουμε γιατί είχα πιεί πολύ και δεν την πάλευα. Που δεν ήθελα να την προσβάλω, να την αφήσω μόνη της. Πάρτα Στέλιο. Δικά σου. Στο χέρι. Ive lost my edge. Και δεν είμαι καν σίγουρος αν υπήρξε ποτέ edge. Το μόνο που ξέρω είναι ότι για να ξεκινήσω κάτι και να το τελειώσω, χρειάζεται μια θεία παρέμβαση, η μια γυναίκα που να είναι η πιο cool εκδοχή της μάνας μου. Να ακούω όσα μου λέγονται εδώ και χρόνια, χωρίς ατελείωτη αγάπη. Τελικά το να σε αγαπάνε ολοκληρωτικά δεν είναι και ό,τι καλύτερο. Μέσα σε αυτή την ατελείωτη αγάπη και την ανεπιτήδευτη καλωσύνη χρειάζεται να ακούς και κανένα μπινελίκι. «Ξύπνα» «Άντε γαμήσου» «Ποιος νομίζεις ότι είσαι?» Τέτοια πράγματα. Τώρα η ποτέ Όλα ή τίποτα Μέρα ή νύχτα. Ποιος μαλάκας τα έχει κάνει όλα τόσο απόλυτα? Χώρος για το γκρι δεν υπάρχει? Σε λίγο ρε φίλε. Λίγα. Σούρουπο ή ξημέρωμα Άντε και γαμήσου. Ημίμετρα. Γουστάρω τα ημίμετρα. Διπλωματία. You know? Δειλός. Κότα. Εδώ άλλοι που έχουν την εξουσία να αλλάξουν πράγματα είναι κότες, δειλοί, διπλωμάτες, πολιτικοί κλπ. Εγώ θα ξεχωρίσω? Γιατί? Προεξέχοντας το πνεύμα μου είναι πιο εύκολο να αποκεφαλιστεί. Στη μέση ρε. Στη μέση, ούτε ψηλά ούτε χαμηλά. Αν θέλω ψηλά θα κοιτάξω προς τα πάνω, θα υψώσω το βλέμμα μου, όχι το ανάστημά μου. Για μαλάκες ψάχνετε? Να το παίξω επαναστάτης τώρα? Χωρίς λόγο? Κι όταν χρειαστεί? Όταν υπάρξει λόγος? Να σκύψω? Να πάτε να χεστείτε. Όλοι σας. Άκους εκεί… «Προσωπικότητα». «Διαφορετικότητα» Μαλακίες. Ποιος δίνει σημασία στην προσωπικότητα? Και ποιος στη διαφορετικότητα? Όλοι είναι στην κοσμάρα τους. Κι αυτοί που πραγματικά δίνουν σημασία κρύβονται ή κάτι τέτοιο τέλοσπάντων. Κρατούν αυτό που έχουν ως κόρη οφθαλμού. Γιατί αν το χάσουν χάθηκαν. Σαν κι εμένα. Χάθηκα man. Κι άντε να βρω το δρόμο. Και δεν είσαι εδώ να μου κρατήσεις το χέρι. Το λιγότερο που έχεις να κάνεις είναι να μου πεις «μαλάκα εγώ στα’λεγα.» Αλλά δε θα το κάνεις γιατί εγώ ήμουν αυτός που σε έδιωξα. Εγώ. Εγώ. Μαλακισμένη λέξη…

Σ.

Βιβλιοπωλείο «Η Συνέπεια»

Σεπτεμβρίου 14, 2009

olits_b-copy

Σήμερα νοιώθω όπως ο Λάϊονο (ή πως σκατά τον λένε) την ώρα που υψώνει το υπεργαμηστερό σπαθί του στην κορυφή ενός μπλε βράχου. Και γαμώ νοιώθω. Να.

Ξύπνησα στην ώρα μου. Και όχι μόνο ξύπνησα στην ώρα μου, πήγα και στη δουλειά 7 λεπτά νωρίτερα.

7 λεπτά νωρίτερα!

Ξέρετε τι σημαίνει αυτό?

Να εξηγήσω:
Τους τελευταίους 11 μήνες που δουλεύω (μετά το στρατό δλδ) δεν έχω πάει ποτέ νωρίτερα. Ποτέ. Πάντα λειτουργώ σαν τα χρηματοκιβώτια. Με χρονοκαθυστέρηση. 15 λεπτά συνήθως.

Σήμερα τι συνέβη? What went wrong?

Να υποθέσω:
Την έχω δει υγιεινός τύπος τώρα τελευταία. Για παράδειγμα, χθες πήγαμε για αναρρίχηση στον Προφήτη Ηλία (και για να μην παρεξηγηθούμε, είμαι ο τύπος που παλεύει να αναρριχηθεί).
Μετά την αναρρίχηση τα παιδιά παράγγειλαν πίτσα, εγώ όχι. Έβρασα κολοκυθάκια, κρεμμύδια, καρότα και τα έφαγα. Σήμερα έχω προγραμματίσει να πάω στο λιμάνι για γρήγορο περπάτημα. 2.5 χιλιόμετρα προβλήτα, θα τη φάω, θα τη στύψω, θα της αλλάξω τα φώτα. Και μετά θα έχω κράμπες για 3 μέρες, αλλά δε γαμιέται.

7 λεπτά νωρίτερα. Πίσω ρε!

Πολύ φοβάμαι πως σε λίγο καιρό θα αρχίσω -κι εγώ σαν τον πατέρα μου κάποτε- να ξυρίζομαι. Καθημερινά.

Well, δε γαμιέται. Μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα, θα είμαι σα βοσκός που πουλάει συνδέσεις internet σε γίδια.

Τραγίλα for men. That’s the fragrance.

Σ.

Υ.Γ.: Το βιβλιοπωλείο «Η Συνέπεια» υπάρχει. Στα Τ.Ε.Ι. Ηρακλείου. Όπως ανεβαίνεις δεξιά. Όπως υπάρχει και η καφετέρια «Πανόραμα». Ακριβώς από δίπλα. Με θέα τη στάση του λεωφορείου.

γ

Σεπτεμβρίου 6, 2009

Η φιλία είναι κάτι το ευμετάβλητο. Πόσο δύσκολο είναι να το καταλάβεις?

ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ ΓΑΜΩ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ ΜΟΥ, αποτελείται από άτομα. ΑΤΟΜΑ

INDIVIDUALS.

Σ.

To-do list. Ή απλά, resolutions.

Ιουλίου 6, 2009

sleep

-Να πλέξεις εκείνα τα 2 βραχιολάκια που έχεις υποσχεθεί. [edit: έχεις πλέξει μισό, μπορείς και καλύτερα]
Πήγαινε στην Τροχαία να δεις πως είναι δυνατόν να σου έχουν κόψει πρόστιμο για ένα αυτοκίνητο που δεν έχεις οδηγήσει.
-Να φτιάξεις την δερμάτινη καπνοσακούλα.
-Να ταχυδρομήσεις την υφασμάτινη τσάντα που χρωμάτισες με spray. [edit: περιμένεις τα βραχιόλια]
-Να ξεκινήσεις μαθήματα μουσικής. Έχεις τα φράγκα, βρες την όρεξη. [edit: δεν έχεις φράγκα]
Να μάθεις πως σκατά δουλεύει το «Κτήνος». Γύρνα το στο manual. Τι σκατά «φωτογράφος» είσαι.
-Μην πιείς αλκοόλ μέχρι τις 30 του μηνός [edit: αυτό πάει για Σεπτέμβρη]
Ξεκαθάρισε αν έχεις φίλους, αν είχες ποτέ. Αν δεν είχες, δεν πειράζει. Αν δεν έχεις, υπάρχει πρόβλημα.
-Σταμάτα να πληγώνεις τους γύρω σου.
Ξεκίνα μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος.

-Use your fuckin’ brain. Μπορείς.

-ΞΥΠΝΑ.

Με αγάπη,
Σ.

Ideas are bulletproof.

Ιουνίου 14, 2009

P7070039

Σου δίνουν μια ιδέα. Ένα γέρικο κτίριο το οποίο ετοιμάζεται να πέσει. Υπάρχει μια είσοδος που για πόρτα έχει μερικές παραμορφωμένες από την υγρασία κούτες. Ξέρεις πως αν με τα δάχτυλά σου βάλεις λίγη δύναμη, αυτές θα σου παραχωρήσουν μια γενναία δόση του τί συμβαίνει μέσα. Κομμάτι της θέας αυτής, είναι και ο άνθρωπος που βρίσκεται ξαπλωμένος στη γωνία, με ένα σκύλο δίπλα του να γουργουρίζει σα γάτα. Συμβαίνει αυτό που και που. Οι σκύλοι να μιμούνται αυτό που εμείς τους βάλαμε να μισούν περισσότερο. Γιατί τελικά, η Φύση είμαστε εμείς. ¨Ετσι όπως κατέληξαν τα πράγματα. Είμαστε ο τελευταίος κρίκος μιας σάπιας αλυσίδας που με τη φθορά του χρόνου και την αλμύρα της πληστίας γίνεται ολοένα και πιο αδύναμη. «Αλυσίδα». «Πυραμίδα». Αυτές οι δυο, κατά τα άλλα οικολογικές και περιβαλλοντολογικές έννοιες περιγράφουν απόλυτα την επιθυμία του ανθρώπου να παρομοιαστεί με τη μούχλα στην επιφάνεια μιας από καιρό ανοιγμένης κονσέρβας. Και όχι τίποτα άλλο, αν ποτέ επιθυμούσαμε από μύκητας να προαχθούμε σε κάτι ανώτερο, δε νομίζω πως θα υπήρχε κάποιος αρκετά επιεικής ώστε να εισηγηθεί κάτι τέτοιο.

Και να που τελικά, κάποια μέρη που μοιάζουν καλοκαιρινά, με όλη την υγρασία και τα κουνούπια να ολοκληρώνουν το πανόραμα μιας ξενοιασιάς χτισμένης από άδειες εργασίας δοσμένες με το ζόρι, αποκαλύπτουν τον αληθινό τους εαυτό. Βάλτοι γεμάτοι βρώμα και λιβελούλες. Σαν τις ψυχές.

Σ.